Τετάρτη, 22 Νοεμβρίου 2017

« ΜΝΗΜΗ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΚΑΙΚΙΛΙΑΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΣΥΝ ΑΥΤΗ »


Η Αγία Μάρτυς Κικιλία (ή καλύτερα γνωστή ή και ορθότερα αποδιδόμενη ως Καικιλία), καταγόταν από την Ρώμη, από οικογένεια ευγενών, οι οποίοι όμως ήσαν ειδωλολάτρες, και έζησε πιθανότατα στις αρχές του τρίτου αιώνος. Η Αγία διακρινόταν από μεγάλη πίστη στον αληθινό Θεό, και ήταν πολύ ελεήμων. Ποθούσε την αιώνιο ευφροσύνη του Αθανάτου Νυμφίου των ψυχών, και ζούσε με την προσμονή της Παρουσίας Του, υμνολογώντας Τον παρθενικά, μαζί με τους Ασωμάτους Αγίους Αγγέλους. Γι’ αυτό και όταν οι γονείς της την νύμφευσαν δια της βίας με τον ειδωλολάτρη Βαλεριανό, αυτή του απεκάλυψε ένα μυστικό: ότι δηλαδή, Άγιος Άγγελος εφύλασσε ζηλότυπα την παρθενία της, και πως θα αξιωνόταν να τον δει και αυτός, αν καθαριζόταν δια του αγίου Βαπτίσματος!
Ο Βαλεριανός δέχθηκε, βαπτίσθηκε από τον κρυμμένο, λόγω των διωγμών, Επίσκοπο Ρώμης Ουρβανό, και όταν επέστρεψε στην συζυγική στέγη τους, βρήκε την Αγία προσευχομένη μαζί με φωτεινό Άγιο Άγγελο, ο οποίος και τους στεφάνωσε με στέφανο δόξης και αφθαρσίας, προτρέποντας τους σε ζωή εγκρατείας και χάριτος. Ο Βαλεριανός αλλοιωμένος «την καλήν αλλοίωσιν», ζήτησε ως χάρη, να φωτισθεί και ο αδελφός του Τιβούρτιος, όπως και έγινε μετά από λίγο.
Ο Τιβούρτιος μετανόησε για την προηγουμένη ζωή του, και φωτίσθηκε. Σε τόση δε αρετή έφθασε ο Τιβούρτιος, ώστε αξιώθηκε να συνομιλεί καθημερινά με τους Αγίους Αγγέλους!
Και οι τρεις Άγιοι εξακολουθούσαν να ενταφιάζουν τους χριστιανούς Μάρτυρες, και για τον λόγο αυτό οι αδελφοί Βαλεριανός και Τιβούρτιος καταγγέλθηκαν στον έπαρχο της πόλεως, και συνελήφθησαν. Καταδικάσθηκαν σε θάνατο δι’ αποκεφαλισμού. Τότε ήταν που ο δήμιος τους καπηλάριος Μάξιμος, ο οποίος εντυπωσιάσθηκε βαθειά από το θάρρος των Αγίων και την αφοβία τους ενώπιον του θανάτου, είδε κατά την ώρα του μαρτυρίου τους, φωτεινούς Αγίους Αγγέλους να παραλαμβάνουν τις ψυχές των Μαρτύρων, και να τις οδηγούν με δόξα στους ουρανούς! Τότε ομολόγησε και αυτός Πίστη στον Χριστό, και μαρτύρησε ευθύς αμέσως, για να τύχει της ιδίας δόξης με τους Μάρτυρες, την οποίαν είδε και πόθησε.
Η Αγία Καικιλία συνέχισε παρ’ όλα αυτά, να ενταφιάζει Αγίους Μάρτυρες, να διανέμει την περιουσία της στους πτωχούς, και να διαδίδει τον λόγο του Θεού.
Η παρθενομάρτυς δε, είχε πάντοτε μαζί της ένα άγιο Ευαγγέλιο, «προς αμυντήριον αυτής και φυλακτήριον», όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης. Σύντομα όμως συνελήφθη και η ίδια, και βασανίσθηκε φρικτά. Μάλιστα, η ανδρεία, η παρρησία και οι θαυματουργίες της, είχαν ως αποτέλεσμα να μεταστραφούν τετρακόσιες ψυχές στην Πίστη του Χριστού, διαρκούντος του μαρτυρίου της!
Οι τύραννοι την έβαλαν τελικά σε πυρακτωμένο λέβητα-λουτρό, αλλά επειδή διαφυλάχθηκε αβλαβής παρά την παρέλευση τριών ημερών, αποφάσισαν να την αποκεφαλίσουν. ο δήμιος, όπως ανεπιβεβαίωτα γράφεται, την χτύπησε τρεις φορές στον λαιμό με το μαχαίρι, χωρίς όμως και να κατορθώσει να την θανατώσει. Η Αγία, τραυματισμένη, έζησε ακόμη τρεις ημέρες, ενισχύοντας τους πιστούς οι οποίοι άλειφαν με το αίμα της πληγής της υφάσματα, τα οποία χρησιμοποιούσαν για θαυματουργικές θεραπείες. Τελικά, παρέδωσε την αγνή και ηρωική ψυχή της, με προσευχή ευχαριστίας προς τον Κύριο μας, περίπου το 230 μ.Χ.
Έκτοτε επιτέλεσε πολλά Θαύματα. Στην θέση του Μαρτυρίου της, στο σπίτι της στην Ρώμη, ανεγέρθηκε μετέπειτα Ναός επ’ ονόματί Της. Η Αγία τιμώταν στην Κατακόμβη του Αγίου Καλλίστου. Το έτος 817 ανευρέθηκε ο τάφος της, και το έτος 1599 ανοίχθηκε, οπότε αποκαλύφθηκε το ιερό Λείψανο της σώο και αβλαβές, σε κατάσταση αδιαφθορίας!
Στο πρωτότυπο λατινικό κείμενο του Μαρτυρίου της Αγίας Καικιλίας αναφέρεται, ότι κατά τους γάμους της, όταν ηχούσε η μελωδία της κοσμικής μουσικής, η Αγία έψαλλε μυστικά στην καρδιά της ύμνους αγάπης στον Ιησού, τον πραγματικό της Νυμφίο. Ίσως απ’ αυτό να συσχετίσθηκε στην Δύσι η Αγία με την μουσική, της οποίας μουσικής, θεωρείται ακόμη και σήμερα προστάτης από την δυτική χριστιανοσύνη.
Είθε οι ένδοξοι Άγιοι Μάρτυρες Καικιλία, Βαλεριανός, Τιβούρτιος και Μάξιμος, να βοηθούν και να ευεργετούν όσους θα τους επικαλούνται με πίστη και ευλάβεια!

www.orp.gr

Δευτέρα, 20 Νοεμβρίου 2017

« ΕΓΚΑΙΝΙΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΜΟΥΣΕΙΟΥ ΑΙΓΙΟΥ, 19.11.2017 »



Την Κυριακή, 19 Νοεμβρίου 2017, πραγματοποιήθηκαν τα εγκαίνια του Εκκλησιαστικού Μουσείου Αιγίου, της Ιεράς Μητροπόλεως Καλαβρύτων και Αιγιαλείας.
Η δημιουργία ενός άρτιου Εκκλησιαστικού Μουσείου ήταν από τα πρώτα μελήματα του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Καλαβρύτων και Αιγιαλείας κ.κ. Αμβροσίου, ο οποίος όχι μόνο κατόρθωσε να περισώσει τα διάσπαρτα εκκλησιαστικής τέχνης κειμήλια που επί χρόνια βρίσκονταν σε αποθήκες Ιερών Μονών και Εκκλησιών της περιοχής, αλλά και έπραξε τα δέοντα για τη συντήρηση, την ασφάλεια και την προβολή τους.    
Έτσι, ο απολογισμός αυτής της μακρόχρονης προσπάθειας ήταν να συμπεριληφθούν στα αξιόλογα εκθέματα του Μουσείου, ένα αυτούσιο τέμπλο της Ιεράς Μονής Αγίου Νικολάου Βουρών Αιγιαλείας, 100 περίπου εικόνες, χειρόγραφα, ιερά σκεύη, ιερά καλύμματα, άμφια, χρυσοκέντητος Επιτάφιος, αντιμήνσια, παλιές σφραγίδες, μολυβδόβουλα, σιγίλλια και πόρπες, ενώ περιλαμβάνονται επίσης είδη λαϊκής τέχνης αλλά και κειμήλια εθνικού χαρακτήρα, όπως χειρόγραφες επιστολές, φουστανέλες και όπλα αγωνιστών της Επανάστασης του 1821. 
Πρόκειται αναμφισβήτητα για μία άξια επαίνου πρωτοβουλία τού σεπτού Ποιμενάρχη μας, ο οποίος κατάφερε να δημιουργήσει μέσα στον χώρο τού Μητροπολιτικού Μεγάρου ένα Εκκλησιαστικό Μουσείο που θα αποτελέσει έναν ανεκτίμητο «θησαυρό» τόσο για το Αίγιο όσο και για την ιστορική Ιερά Μητρόπολή μας.

imkkaig.blogspot.gr



















Κυριακή, 19 Νοεμβρίου 2017

« ΚΥΡΙΑΚΗ Θ΄ ΛΟΥΚΑ »


«Άρα ουν ουκέτι εστέ ξένοι και πάροικοι, αλλά συμπολίται των αγίων και οικείοι του Θεού» (ΕΦΕΣ. 2, 19). Μετά την παρακοή των Πρωτοπλάστων, του Αδάμ και της Εύας, αγαπητοί μου φίλοι, και την εκδίωξή τους από τον Παράδεισο, το πρώτο εκείνο ζευγάρι και στη συνέχεια ολόκληρο το ανθρώπινο γένος, όλοι δηλαδή εμείς οι απόγονοί τους, βρεθήκαμε μακριά από την αρχική μας πατρίδα και ζούμε εδώ στην ταλαίπωρη αυτή γη. Και την αποκαλούμε ταλαίπωρη τη γη αυτή, διότι καθημερινά ποτίζεται με τον ιδρώτα, με το δάκρυ, αλλά και με το αίμα των παιδιών του Αδάμ και της Εύας. Έρχονται βέβαια στιγμές που τα ξεχνάμε όλα αυτά, και τότε θεωρούμε τη γη αυτή ωραία και τη ζωή μας πάνω σε αυτήν ευτυχισμένη. Αλλά όταν θυμηθούμε, πως βρεθήκαμε στον κόσμο αυτό και πως κυλά εδώ η ζωή μας, τότε νοσταλγούμε την ουράνια πατρίδα και νιώθουμε τη γη αυτή σαν ξενιτειά.
Μεγάλα πνεύματα της ανθρωπότητας φιλοσόφησαν πάνω στην ταλαιπωρία αυτού το κόσμου και μίλησαν με νοσταλγία για την αληθινή μας πατρίδα, τον Παράδεισο, την πατρίδα που είχαμε κάποτε και τη χάσαμε. Δεν είμαστε απλώς ξενιτεμένοι, αλλά εξόριστοι. Στην ξενιτειά πηγαίνει κάποιος με τη θέλησή του, αν και είναι βέβαια δύσκολη. Στην εξορία όμως πηγαίνουν κάποιον με τη βία, χωρίς να τον ρωτήσουν και χωρίς καμία ελπίδα για κάτι καλύτερο. Κατά παρόμοιο τρόπο βρέθηκαν ο Αδάμ και η Εύα, και ολόκληρο το ανθρώπινο γένος, εδώ στη γη μετά την παρακοή και το προπατορικό αμάρτημα. Όχι απλώς ξενιτεμένοι, αλλά εξόριστοι. Διωγμένοι από τον Παράδεισο και κυνηγημένοι από την «φλογίνην ρομφαίαν των Χερουβείμ» (ΓΕΝ. 3, 24). Πλέον οι άνθρωποι ήσαν ντροπιασμένοι και εξαθλιωμένοι. Αποξενωμένοι από τον Θεό, απομονωμένοι από τους Αγγέλους και τους Αγίους.
Αλλά αυτή η κατάσταση δεν κράτησε για πάντα. Όπως για τον εξόριστο η πιο χαρμόσυνη είδηση είναι να του αναγγείλουν, ότι η ποινή του τελείωσε και ήλθε η ώρα να γυρίσει στον τόπο του, έτσι και ο Πανάγαθος Θεός δεν άφησε τους Πρωτοπλάστους και τους απογόνους του αιωνίως στην εξορία και στην αποξένωση. Έστειλε τον Υιό Του τον μονογενή, τον Κύριό μας Ιησού Χριστό, και έφερε σε όλους τους ανθρώπους το χαρμόσυνο μήνυμα της συγχώρησης, της συμφιλίωσης και του επαναπατρισμού. Τώρα πλέον ο δρόμος έχει ανοίξει. Μπορούν να ξαναγυρίσουν στον Παράδεισο όλοι οι εξόριστοι. Ο Χριστός, λέει σήμερα ο Απόστολος Παύλος, έφερε μήνυμα ειρήνης και στους «μακράν» και στους «εγγύς» (ΕΦΕΣ. 2, 17). Οι «μακράν» είναι τα ειδωλολατρικά έθνη. «Εγγύς» είναι οι Ιουδαίοι, που γνώριζαν μεν τον αληθινό Θεό από την Παλαιά Διαθήκη, αλλά αμάρτησαν και αυτοί πάρα πολύ, αφού έφθασαν στο σημείο να σταυρώσουν τον Ίδιο τον Χριστό.
Με την Εναθρώπηση του Χριστού και με όλο το απολυτρωτικό Του έργο δόθηκαν στον κόσμο δύο μεγάλες ευλογίες. Η πρώτη ευλογία είναι, ότι ο Χριστός ένωσε τους δύο αντιμαχόμενους κόσμους, τον κόσμο των Ιουδαίων και τον κόσμο των ειδωλολατρών, σε ένα σώμα, το σώμα της Εκκλησίας Του. Η δεύτερη ευλογία είναι ακόμη πιο μεγάλη από την πρώτη. Ποια είναι αυτή; Ότι ο Χριστός, αφού ειρήνευσε μεταξύ τους τους δύο αντιμαχόμενους κόσμους, αφού τους ένωσε σε ένα σώμα, ταυτοχρόνως συμφιλίωσε και τους δύο με τον Ουράνιο Πατέρα. Έτσι κατόρθωσε να επαναφέρει όλους τους ανθρώπους στον Θεό. Στο εξής οι άνθρωποι δεν αισθάνονται ξένοι προς τον κόσμο του Θεού. Μέσα στην Εκκλησία, τον θείο αυτό και ανθρώπινο οργανισμό, ήδη από τώρα συναναστρέφονται και ζουν μαζί με τους Αγίους. Νιώθουν εξοικειωμένοι με τον Θεό.
Με το Μυστήριο του Βαπτίσματος στο όνομα της Αγίας Τριάδος, εμείς οι ξένοι και εξόριστοι, γίναμε οικείοι του Θεού. Η ζωή σε αυτή τη γη απέβαλε την πικρία της εξορίας. Απέκτησε την οικειότητα με τον Θεό. Και την αδελφική συναναστροφή με τους Αγίους, που είναι τα προσφιλή παιδιά του Θεού. Υπάρχει μεγαλύτερη τιμή και μεγαλύτερη χαρά από το να πλησιάσουμε στον Θεό, να γίνουμε φίλοι και «οικείοι του Θεού» (ΕΦΕΣ. 2, 19); Οι άνθρωποι θεωρούν μεγάλο πράγμα τη φιλία και τις στενές σχέσεις με κάποιον από τους ισχυρούς της γης. Αλλά ο Θεός είναι ο Βασιλεύς των βασιλευόντων και ο Κύριος των κυριευόντων. Η φιλία και η οικειότητα με τον Θεό είναι η μόνη που αξίζει. Μπροστά σε αυτήν την οικειότητα οποιαδήποτε άλλη οικειότητα είναι ένα τίποτα. Η οικειότητα δεν καταργεί τον θείο φόβο και τον σεβασμό. Η οικειότητα δίνεται από τον Θεό σε αυτούς, που προηγουμένως είχαν δείξει φόβο Θεού.
Αγαπητοί μου φίλοι, αν έχουμε τον φόβο του Θεού και τηρούμε τις εντολές Του, τότε θα αισθανθούμε κι εμείς την οικειότητα του Θεού. Την οικειότητα με την καλή έννοια. Οικειότητα με την καλή έννοια θα πει, να πλησιάζουμε στο θρόνο του Θεού όχι με το θράσος και την ιταμότητα ενός ξένου και αγροίκου, αλλά με το θάρρος και το σεβασμό του γνώριμου και οικείου. Να πλησιάζουμε το θρόνο του Θεού, όπως πλησιάζει το παιδί τον πατέρα, τον οποίο σέβεται και αγαπά. Ως υπάκουα λοιπόν παιδιά του Κυρίου ας προσευχόμαστε με πίστη σε Αυτόν. Με εμπιστοσύνη ας Του αναθέτουμε όλες μας τις ελπίδες. Αυτή είναι η καλή οικειότητα. Και έτσι θα έχουμε ελπίδα, στην άλλη ζωή να απολαύσουμε ακόμη μεγαλύτερης οικειότητας. Τότε όχι απλώς θα βλέπουμε τον Θεό και θα Του μιλάμε, αλλά και θα ενωθούμε μαζί Του αιωνίως. Αξίζει πολύ να αγωνισθούμε για την αιώνια ζωή.
Με αγάπη Χριστού,
π. Βασίλειος.