Κυριακή, 28 Φεβρουαρίου 2016

« ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ »

 
Στη σημερινή Ευαγγελική περικοπή, αγαπητοί μου φίλοι, ακούσαμε την περίφημη παραβολή του Ασώτου Υιού. Λένε πως αν είχε χαθεί ολόκληρη η Καινή Διαθήκη και είχε σωθεί μόνο αυτή η παραβολή, ήταν αρκετή για να μας δείξει την αγάπη του Θεού και την φιλευσπλαχνία Του προς εμάς. Είναι πραγματικά συγκλονιστική! Η Εκκλησία μας διαβάζει σήμερα την παραβολή του Ασώτου Υιού συνεχίζοντας την προετοιμασία μας για την Μεγάλη Σαρακοστή, που είναι κατ’ εξοχήν περίοδος μετανοίας. Η μετάνοια σε αυτή την παραβολή έχει ως στοιχείο την έννοια της επιστροφής. Η μετάνοια δεν είναι μία κατάσταση αυτολύπησης ή βελτίωσης της εικόνας μας, αλλά είναι μία διαδικασία επιστροφής και αποκατάστασης της σχέσης μας με τον Θεό. Αυτό που είναι σημαντικό είναι να βρούμε τις προϋποθέσεις αυτής της επιστροφής και αυτής της σχέσης.
Τα στοιχεία είναι δύο. Το πρώτο είναι η βεβαιότητα ότι ο Θεός είναι  Πατέρας μας, που μας συγχωρεί και μας αγαπά. Με τον τρόπο αυτό μας οδηγεί σε μία πορεία σωτηρίας και απόκτησης της Ουράνιας Βασιλείας Του. Δεν μπορεί να υπάρξει λόγος μετανοίας ή πνευματική άσκηση, αν δεν έχουμε ξεκαθαρίσει ότι ο Θεός είναι Πατέρας μας. Αυτό που σώζει τον Άσωτο Υιό και του δίνει τις προϋποθέσεις επιστροφής και αποκατάστασης, είναι αυτό που δεν ξέχασε ούτε στιγμή στην μακρινή χώρα, ακόμη και την ώρα της αμαρτίας, ότι ο Θεός είναι σπλαχνικός Πατέρας. Όλος ο αγώνας μας τελικά είναι να βεβαιωθούμε για την παρουσία στη ζωή μας του Θεού Πατρός. Αν ο άνθρωπος δεν βεβαιωθεί για την πατρική αγάπη του Θεού, δεν μπορεί να αγωνίζεται. Αν ο άνθρωπος δεν έχει τη βεβαιότητα αυτή, δεν μπορεί να κάνει κάτι που να έχει αιώνια προοπτική στη ζωή του.
Έτσι ο άνθρωπος καταντά, χωρίς τη βεβαιότητα της πατρικής αγάπης του Θεού, να τηρεί τις εντολές Του και να ασκείται πνευματικά, με μόνο σκοπό την προσκύνηση του εαυτού του. Έτσι παλεύει ο άνθρωπος μεταξύ συντηρητισμού και φιλελευθερισμού, μεταξύ ηθικότητας και ανηθικότητας, και παιδεύεται. Αυτή η κατάσταση οδηγεί τον άνθρωπο στην κόλαση και στην αιχμαλωσία. Όλος ο αγώνας, λοιπόν, γίνεται για να βεβαιωθούμε για την πατρική αγάπη του Θεού. Ο αγώνας αυτός γίνεται για να βεβαιωθούμε ότι ο Θεός είναι Θεός αγάπης, συγχώρησης και συγγνώμης. Είναι Θεός όχι δεδικαιωμένων, όπως τον Φαρισαίο της περασμένης Κυριακής, αλλά Θεός μετανοούντων. «Η Κόλαση δεν είναι για τους αμαρτωλούς, αλλά για τους αμετανόητους», μας λέει ο Πρωτοπρεσβύτερος Μιχαήλ Καρδαμάκης (Κεφάλαια Κατανυκτικά, σελίδα 134).
Το δεύτερο στοιχείο είναι η αίσθηση της απομάκρυνσης από τη σχέση μας με τον Θεό. Η αίσθηση της έκπτωσης από αυτή τη σχέση, που δεν έχει να κάνει με μία στενή έννοια παράβασης των εντολών του Θεού, αλλά έχει να κάνει με την απώλεια και την προσβολή αυτής της σχέσης. Αν ο άνθρωπος δεν έχει γευθεί τη σχέση αυτή με τον Θεό, δεν μπορεί να μιλάει περί ηθικότητας ή ανηθικότητας. Δεν έχει ακόμη καταλάβει την αξία των εντολών και των νόμων ως παιδαγωγών, που τον οδηγούν και του ασφαλίζουν αυτή τη σχέση. Η αληθινή μετάνοια δεν είναι μία κακομοιριά, μία αυτολύπηση ότι αποτύχαμε, αλλά η αίσθηση της απώλειας του Παραδείσου. Είναι η αίσθηση απώλειας της πατρικής αγάπης. Όταν αγαπάμε ένα πρόσωπο προσπαθούμε να μην το στενοχωρούμε, προκειμένου να μη χαθεί η σχέση μας μαζί του. Έτσι γίνεται και με τον Θεό και τις εντολές Του.
Αν ο άνθρωπος παραδεχθεί ότι ο θησαυρός του είναι αυτή η αίσθηση της πατρικής αγάπης του Θεού, τότε δεν καταπιέζεται για να τηρήσει τις εντολές και να διαφυλάξει την ακεραιότητα του προσώπου του μακριά από την αμαρτία. Αντίθετα ο ίδιος προσπαθεί να μην προσβάλει και να μην χάσει την Χάρη του Θεού, που πηγάζει μέσα από τη σχέση αυτή, Θεού και ανθρώπου. Η αίσθηση της Χάριτος της αγάπης του Θεού και η αίσθηση της στέρησης και της απώλειάς Του, εξαιτίας της απομάκρυνσής μας από Αυτόν, είναι τα δύο στοιχεία που μας οδηγούν στην οδό της σωτηρίας. Ο,τιδήποτε έξω από αυτήν την εμπειρία, είναι κόλαση, έστω και αν ο άνθρωπος φαινομενικά είναι αναμάρτητος. «Σωτηρία μας είναι ο Θεός μας. Δηλαδή η άρνηση της αυτοδικαιώσεως ή αυτοσωτηρίας μας», παρατηρεί ο Πρωτοπρεσβύτερος Μιχαήλ Καρδαμάκης (Κεφάλαια Κατανυκτικά, σελίδα 10).
Αγαπητοί μου φίλοι, το μέτρο ηθικής, το μέτρο αρετής, το μέτρο αμαρτίας για τον Θεό δεν εξαντλείται σε μία σχολαστική τήρηση των εντολών, ούτε σε μία σχολαστική διερεύνηση του εαυτού μας ή των άλλων για το ποσοστό της αμαρτίας μας, αλλά επικεντρώνεται στο αν διαφυλάξαμε τη σχέση μας με τον Θεό και αν πιστέψαμε σε αυτή τη σχέση και στη χαρά που μας δίνει. Αν πιστέψουμε ότι όλη μας η ζωή είναι ο Θεός-Πατέρας, τότε πραγματικά θα ζούμε την ελευθερία των τέκνων του Θεού και θα οδηγηθούμε σε μία πορεία, που δεν είχαμε ποτέ μας υποπτευθεί ότι υπάρχει. Η αρετή και η αμαρτία είναι αιχμαλωσία, αν ο άνθρωπος δεν έχει αναζητήσει ή έχει αρνηθεί αυτή την εμπειρία και βεβαιότητα, ότι δηλαδή ο Θεός είναι σπλαχνικός Πατέρας. Εξάλλου έτσι χαρακτηρίζεται στην παράδοσή μας το σημερινό Ευαγγελικό ανάγνωσμα: «Παραβολή του ευσπλαχνικού Πατρός».
Με αγάπη Χριστού,
π. Βασίλειος.


Τετάρτη, 24 Φεβρουαρίου 2016

« ΛΕΣΧΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ, ΣΤΟ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ “ΠΟΛΥΕΔΡΟ” ΣΤΗΝ ΠΑΤΡΑ, 23.02.2016 »


Χθες, στις 23 Φεβρουαρίου και ώρα 6.45 μ.μ., συναντηθήκαμε και πάλι τα μέλη της Λέσχης Ανάγνωσης Λογοτεχνίας, στο βιβλιοπωλείο «Πολύεδρο», στην Πάτρα. Συζητήσαμε για το βιβλίο του Michel Houellebecq «Υποταγή», από τις εκδόσεις «Εστία». Οι απόψεις των μελών της Λέσχης, που ακούσθηκαν ήσαν ενδιαφέρουσες. Το βιβλίο προβλημάτισε ακόμη και αρνητικά τα μέλη της Λέσχης και συζητήθηκε αρκετά.
Η επόμενη συνάντηση θα πραγματοποιηθεί στις 22 Μαρτίου 2016, στον φιλόξενο χώρο του «Πολύεδρου», όπου θα συζητηθεί το βιβλίο του Ivan Turgenev «Πατέρες και γιοι», από τις εκδόσεις «Άγρα».
π. Βασίλειος.

« ΥΠΟΤΑΓΗ, MICHEL HOUELLEBECQ »


«Είναι η υποταγή», είπε απαλά ο Ρεντιζέ. «Η ανατρεπτική και απλή ιδέα, που ως τότε δεν είχε ποτέ εκφραστεί με τόση δύναμη, ότι το απόγειο της ανθρώπινης ευτυχίας έγκειται στην απόλυτη υποταγή».
Σε μια Γαλλία αρκετά κοντινή στη σημερινή, ένας άντρας ακολουθεί πανεπιστημιακή καριέρα. Η διδασκαλία τον ενδιαφέρει ελάχιστα, προσδοκά μια βαρετή αλλά ήρεμη ζωή, μακριά από τα μεγάλα ιστορικά δρώμενα. Ωστόσο, οι δυνάμεις που δρουν στη χώρα έχουν διασπάσει το πολιτικό σύστημα, επιφέροντας τελικά την κατάρρευσή του. Αυτή η εσωτερική ρήξη χωρίς αναταράξεις, χωρίς αληθινή επανάσταση, εξελίσσεται σαν εφιάλτης.


Το ταλέντο του συγγραφέα, η οραματική του δύναμη, μας παρασύρουν σε ένα αμφίσημο και ολισθηρό έδαφος· το βλέμμα του στον γηράσκοντα πολιτισμό μας κάνει να συνυπάρχουν σε αυτό το μυθιστόρημα ποιητικές διοράσεις, κωμικές σκηνές και μια μοιρολατρική μελαγχολία.
Ένας συναρπαστικός πολιτικός και ηθικός μύθος.
(Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου).

Κυριακή, 14 Φεβρουαρίου 2016

« ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΖ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ (ΧΑΝΑΝΑΙΑΣ) »


Πολλές φορές, αγαπητοί μου φίλοι, προσευχόμαστε και παρακαλούμε τον Θεό να μας λυτρώσει από τις διάφορες θλίψεις. Άλλες πάλι φορές Τον παρακαλούμε να μας χαρίσει κάτι που ποθεί η καρδιά μας. Υπάρχουν περιπτώσεις που ο Θεός σιωπά και δεν μας δίνει κάποια απάντηση στο αίτημά μας. Όμως δεν σιωπά απλά για να μας ταλαιπωρεί, αλλά για να δοκιμάσει περισσότερο την πίστη μας και την αγάπη μας. Αυτό συνέβη και με την Χαναναία του σημερινού Ευαγγελικού αναγνώσματος. Η Χαναναία φώναζε με αγωνία να βοηθήσει ο Χριστός την άρρωστη θυγατέρα της. Τραγικός είναι ο πόνος για την κάθε μητέρα που έχει ένα άρρωστο παιδί. Ο Ιησούς έδειχνε πως δεν την άκουγε. Η Χαναναία όμως δεν σταμάτησε να Τον παρακαλεί. Πήγε μπροστά στον Χριστό, έπεσε στα πόδια Του και Του είπε με αγωνία: «Ελέησόν με, Κύριε, υιέ Δαυΐδˑ η θυγάτηρ μου κακώς δαιμονίζεται» (ΜΑΤΘ. 15, 22).
Ο Θεός πολλές φορές σιωπά, για να πάρουν την απάντηση εκείνοι που είναι ικανοί να την δεχθούν, εκείνοι που με την καρτερία τους αξίζουν τον δίκαιο έπαινο, όπως η Χαναναία: «Ω γύναι, μεγάλη σου η πίστις!» (ΜΑΤΘ. 15, 28). Η Χαναναία ήταν Συροφοίνισσα. Δεν ανήκε στον Ιουδαϊκό κόσμο. Για τους αυστηρούς Ιουδαίους ήταν αλλοεθνής. Ο Χριστός αφού δοκίμασε την πίστη της, ικανοποίησε το αίτημά της. Ο Ίδιος είπε ότι έχει και άλλα πρόβατα που βρίσκονται έξω από τον οίκο του Ισραήλ. Το κήρυγμα του Χριστού είναι πανανθρώπινο, με οικουμενική ισχύ και απήχηση. Ο Χριστός ζήτησε με το Ευαγγέλιό Του να συγκεντρώσει τους ανθρώπους σε μία ενότητα, στην ενότητα της Εκκλησίας. Έτσι η Εκκλησία του Χριστού, θέτει την υπηρεσία της σε ολόκληρη την ανθρωπότητα με το Ευαγγέλιο της ειρήνης και της ελπίδας.
Οι Απόστολοι, αυτό το κήρυγμα της ειρήνης και της ενότητας, μετέφεραν σε όλο τον τότε γνωστό κόσμο, για να ιδρυθούν ζωντανές εκκλησιαστικές κοινότητες που αναμόρφωσαν τα ανθρώπινα ήθη. Οι εκκλησιαστικές κοινότητες δημιούργησαν μία καινούργια κατάσταση, που αφορούσε και τον Ιουδαίο και τον Έλληνα, τον επιστήμονα και τον απλοϊκό άνθρωπο, τον άνδρα και τη γυναίκα. Μέχρι τότε υπήρχε διαχωρισμός και ανισότητα. Όλα αυτά καταργήθηκαν με την Εκκλησία του Χριστού. Η διδασκαλία του Χριστού έφερε νέα ήθη, πιο ανθρώπινα.  Δημιουργήθηκε ένας νέος ανθρωπιστικός πολιτισμός, με οικουμενικό χαρακτήρα. Δίκαια η Εκκλησία χαρακτηρίσθηκε ως Καθολική, δηλαδή πανανθρώπινη. Η Εκκλησία του Χριστού απευθύνεται σε ολόκληρο το ανθρώπινο γένος. Δεν ξεχωρίζει τους ανθρώπους σε πλούσιους και φτωχούς, σε μορφωμένους και μη, σε λευκούς και μαύρους.
Τον πανανθρώπινο χαρακτήρα της οφείλει να παρουσιάζει και να διακηρύττει και η σημερινή Εκκλησία. Το λυτρωτικό της μήνυμα μπορεί να το προσφέρει, με τα σύγχρονα επαγωγικά μέσα, και στον χώρο της και έξω από αυτόν, σε εκείνους που είτε από άγνοια είτε από αδιαφορία βρίσκονται σε εξωχριστιανικούς χώρους, έξω από την αγάπη και την αλήθεια του Ευαγγελίου. Και σήμερα υπάρχουν πολλά μέσα που μπορούν να χρησιμοποιηθούν, προκειμένου να διαδοθεί το κήρυγμα του Ευαγγελίου. Μέσα από τα έντυπα, από την τηλεόραση, το ραδιόφωνο, το διαδίκτυο, μπορεί να προσφερθεί στον σύγχρονο κόσμο η διδασκαλία του Χριστού.  Όπως οι Απόστολοι, έτσι και η σημερινή Εκκλησία με ένα κήρυγμα πνευματικού δυναμισμού, χωρίς εξαναγκασμούς, μπορεί να παρέχει με ειλικρίνεια τη μαρτυρία της αγάπης, της δικαιοσύνης, της ελευθερίας και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.
Μέσα σε ένα κόσμο πνευματικής σύγχυσης, όπως χαρακτηρίζεται ο σύγχρονος κόσμος, η Ευαγγελική ζύμη μπορεί να επηρεάσει το ανθρώπινο πνεύμα με οικουμενική διάσταση και να συμβάλει να αναγνωρίσουν όλοι οι άνθρωποι με ελεύθερη συνείδηση ότι δεν είναι άβουλα άτομα, αλλά πρόσωπα που βιώνουν τις πνευματικές αξίες της ζωής. Η Εκκλησία ας μην περιορίζεται μόνο στα τελετουργικά της καθήκοντα, αλλά με αφετηρία τη λειτουργική της ζωή να αναπτύσσει μία γόνιμη κοινωνική προσφορά που θα συγκινεί τους ανθρώπους, ακόμη και τους σύγχρονους ειδωλολάτρες. Ο άνθρωπος της σημερινής υλιστικής και περίεργης εποχής μας έχει ανάγκη από κήρυγμα που να μιλάει στην καρδιά του και όχι να ακούει διάφορες θεωρίες. Έτσι η Εκκλησία αποβαίνει οικοδομή του Σώματος του Χριστού προς καταρτισμό αγίων στη ιερή διακονία της.
Αγαπητοί μου φίλοι, η εποχή μας έχει πολλές ομοιότητες με την εποχή των Αποστόλων, οι οποίοι με την φλόγα της πίστης δημιούργησαν καινούργιο κόσμο παρά τις λυσσαλέες αντιδράσεις. Και στην εποχή μας υπάρχουν πολλοί που δεν πιστεύουν στο λυτρωτικό μήνυμα του Ευαγγελίου και δημιουργούν προσκόμματα στο έργο της Εκκλησίας. Όμως παρόλα αυτά η Εκκλησία με μία αγωνιστική παρουσία οφείλει να δίνει το δυναμικό της μήνυμα με ειλικρινή και αγαθή διάθεση για μία αναμόρφωση των ηθών με το πνεύμα της αγάπης, της δικαιοσύνης και της ευταξίας στις ανθρώπινες σχέσεις. Πρώτοι εμείς, που αποτελούμε το Σώμα του Χριστού ας δίνουμε το καλό παράδειγμα της βίωσης των Χριστιανικών αληθειών, για να δουν και όσοι βρίσκονται μακριά από την Εκκλησία το φως της Ανάστασης και να θελήσουν να το δεχθούν στις καρδιές τους.
Με αγάπη Χριστού,
π. Βασίλειος.